Ένας παλαιός καιρός που δεν ήταν καλός



Με καθυστέρηση το γράφω.

Περίμενα να τελειώσει η εκδήλωση επιχειρηματία στην Πλατεία στο Ρατζακλί.

Ένας γνωστός, καλός και δημοφιλής τραγουδιστής εμφανίστηκε στην Δημοτική Πλατεία σε μια εκδήλωση που ονοματοδοτήθηκε:

«Για τα μπουζούκια» και υποτιτλίστηκε:

«σπάμε πιάτα σαν τον παλιό καλό καιρό».

Και έσπασαν!

Πολλά γύψινα πιάτα που τα απομεινάρια τους παρέμειναν στο κατάστρωμα της Πλατείας για περισσότερο από μια μέρα.

Αλλά το «σπάμε πιάτα» δεν ανήκει σε κανένα καλό καιρό.

Δεν ανήκει στους θετικούς συμβολισμούς του Έλληνα.

Θα έλεγα ανήκει αυτό το σπάσιμο στον «κακό μας τον καιρό».

Το μοντέλο του Έλληνα:

«αραλίκι-καφενείο-φραπέ-τσιγάρο-ούζο-σκυλάδικο-πιάτα»

Που εσφαλμένα και άδικα έχει εμπεδωθεί στην Ευρώπη και στον Κόσμο δεν πρέπει να καλλιεργηθεί άλλο.

 

Το μπουζούκι και ο νταλκάς.

(Ένα ταξίδι από τον θάνατο στην ζωή κι αντίστροφα)

 


Το μπουζούκι και το ρεμπέτικο ταξίδεψε μαζί με την Προσφυγιά της Μικράς Ασίας κύρια.

Στον Πειραιά, το Κερατσίνι,τα Ταμπούρια,τις Τζιτζιφιές και όλες τις προσφυγικές Γειτονιές.

Σε ταβέρνες,τα ρεμπετάδικα που φώλιασε η φτωχολογιά και η εργατική Τάξη του Λιμανιού:Ναυτικοί,σιδεράδες,εργάτες στα Ναυπηγία…

Εκεί το ρεμπέτικο,το μπουζούκι και οι Νταλκάδες!

Οι καημοί του κάθε ενός για την Αγάπη ,τον Έρωτα ,την Φτώχια, τον Θάνατο.

Εκεί ο χορός ο μοναχικός.Το ζεϊμπέκικο.

Και ένα ποτήρι ή ένα πιάτο να σπάσει πάνω στην ζειμπεκία του Ζεϊμπέκη.

Για να διώξει τον Καημό και τον Θάνατο.Γιά να τον επανασυνδέσει με την Ζωή.

Ασυνείδητο απομεινάρι των Αρχαίων Ελληνικών Νεκρόδειπνων αυτό το σπάσιμο του πιάτου.

Ξόρκισμα στον Θάνατο.

Αυτό τότε στην Αρχαία Ελλάδα, αυτό και τώρα στα Ρεμπετάδικα του Μεσοπολέμου.

 


Από τα Ρεμπετάδικα στα «Κωλάδικα»

 


Τα πολλά πιάτα ήρθαν μαζί με τους «Κώλους».

Έτσι λέγανε τους Αστούς που με τον παρά τους κατάλαβαν τα ρεμπετάδικα την δεκαετία του 1960.

Κάτι νεόπλουτοι που επεδείκνυαν τον πλούτο τους με το χοντρό πορτοφόλι τους στην «Κωλότσεπη» ή στο σακάκι της κουστουμιάς τους.

Γραβατωμένοι με συνοδεία την «γουνοφόρα»Συμβία ή εν πάση περιπτώση συνοδό τους, κατέλαβαν τα ρεμπετάδικα που έγιναν πλέον «Μπουζουκτζήδικα».

Οι εξορισμένοι της Εργατικής Τάξης και της Φτωχολογιάς που δεν μπορούσαν πιά να πάρουν θέση και τραπέζι στα παλιά ρεμπετάδικα ονόμασαν αυτούς τους «εισβολείς»:

«Οι Κώλοι» και τα Μαγαζιά πιά «Κωλάδικα».

Και έτσι έχουν μείνει στην Λαϊκή μνήμη κα εντύπωση μέχρι σήμερα.

Εκεί οι «Κώλοι» συναγωνίστηκαν ποιος θα σπάσει περισσότερα πιάτα.

Δείγμα πλούτου και μαγκιάς.

Πιάτα! Πολλά πιάτα σαν και αυτά που βλέπουμε στις Ταινίες του καλού Ελληνικού Κινηματογράφου.

 


Η Εθνική κακομοιριά

 



Και δεν έφτανε αυτό.

Οι ανταγωνιζόμενοι «κώλοι» φτάσανε και σε πιο προχωρημένα στάδια αυτοεξευτελισμού και γελοιότητας.

Μετά το σπάσιμο των πιάτων:

Πετάγανε τραπέζια στην πίστα!

Καίγανε τα τραπεζομάντηλα!

Βάζανε φωτιά στη γραβάτα τους!

Καίγανε το σακάκι τους!

Ακόμα και λόγω του πλούτου τους καίγανε και χιλιάρικα ή τα πετάγανε στην πίστα!

Τα λεγόμενα «πετσετάκια».

Και όταν βγήκε το πεντοχίλιαρο η Γλυκερία υπενθύμισε στους ασυγκράτητους θαμώνες το μέτρο: «γιατί τα πεντοχίλιαρα δεν είναι πετσετάκια».

 

 

Διά Ταύτα.


Πιστεύω ότι το σπάσιμο πιάτων δεν ανήκει στον «παλιό καλό καιρό».

Είναι σημείο της παρακμής μας και σήμα που υποτιμά τον Έλληνα και την Ελληνίδα.

Ιδίως την Νεολαία.

Δεν ήθελα να θεωρηθώ υπονομευτής της επιχειρηματικής προσπάθειας για αυτό το γράφω τώρα αλλά νοιώθω ότι πρέπει να το γράψω.

 

 

Που βάζεις την υπογραφή σου.

 


Ο Δήμος του Αργοστολίου φέρεται στην διαφημιστική αφίσα ως συν διοργανωτής ή αρωγός αυτού του «σπάμε πιάτα σαν τον παλιό καλό καιρό».

Πρέπει να προσέχουν που βάζουν την υπογραφή τους αν και που τους έχω ικανούς για ακόμα χειρότερα.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.